Har du missat ett kapitel?

Fånga vår saga här!

Κεφάλαιο 1

Στη Σχολή των Πόνι στη Μαγική Χώρα Πάνω Από Τα Σύνεφα, όλα κυλούσαν ανως συνήθθως. Όλα κυλούσαν απολύτως κανονικά στη Σχολή των Πόνι. Ο Τόνιι το Πόνι αναστέναξε καθώς βούρτσιζε τα δόντια του, χτένιζε τη χαίτη του και έπλενε τη μουσούδα του. Ακριβώς όπως είχε κάνει και χθες. Και προχθθές. Και παραπροχθθές.  

 

Έξω στην πίστα, όλα τα πόνι έτρεχαν γύρω γύρω. Ακριβώς όπως έκαναν συνήθως. Έκαναν εξάσκηση στον καλπασμό, κάτι που ο Τόνι μισούσε, επειδή δεν ήταν πολύ καλός σ' αυτόν, άσε που τον έβρισκε και τρομερά βαρετό.  

 

Ο Τόνι σκέφτηκε μεγαλόφωνα - όπως έκανε συχνά: "Πρέπει να υπάρχει κάτι πιο σπουδαίο στη ζωή από το να καλπάζεις με με ρυθμόό". Ο Τόνι σκόνταψε ξαφνικά πάνω στο πόνι μπροστά του, το οποίο είχε σταματήσει ξαφννικά.  

 

"Τι είπες;", φώναξαν όλα τα άλλα πόνι με μια φωνή. Ο Λόνι, η Κόνι, ο Ρόνι και όλα τα άλλα πόνι. Ο Τόνι κοκκκίνισε λίγο στο πρόσωπο, καθώς οι άλλοι δεν έπρεπε να ακούσουν τι σκεφτόταν, αλλά τώρα που τον είχαν όλοι ήδη ακσει μπορούσε να μοιραστεί τη σκέψη του του.  

 

"Δεν νομίζετε ότι πρέπει να υπάρχει κάτι πιο σπουδαίο στη ζωή από το να καλπάζετε με ρυθμό όλη μέρα;". 

"Ξυπνάμε, τρώμεμε, καλππάζουμε και κοιμόμαστετε." 

"Έτσι είναι η ζωή μας και έτσι ήταν πάντα", είπαν τα άλλα πόνι όλα μαζί.  

"Τι γίνεται όμως αν θέλω να κάνω κάτι άλλο;", ρώτησε ο Τόνι.  

"Ξυπνάμε, τρώμεμε, καλππάζουμε και κοιμόμαστε. Έτσι είναι η ζωωή μας και έτσι ήταν πάντα", επανέλαβαν τα άλλα πόνι. Και άρχισαν να καλπάζουν ξανά. Αλλά ο Τόνι έμεινε πίσω.  

 

Τα άλλα πόνι κατάλαβαναν ότι ο Τόνι αρνιόταν να καλπάσει μαζί τους. Έτσι, σταμάτησαν.  

"Γιατί δεν καλπάζεις μαζί μας;". 

"Δεν θέλω. Θέλω να κάνω κάτι άλλο", αποκρίθηκε ο Τόνι. 

Ο Τζόνι, το πιο γκρίζο πόνι και το καλύτερο στον καλπασμό, πλησίασε τον Τόνι.  

"Και τι θα ήθελες δηλαδή να κάνεις;" ρώτησε τον Τόνι. 

"Θέλω να βγω έξω και να δω τον κόσμο", είπε αυτός. 

"Αυτό δεν είναι καθόλου καλή ιδέα!", τον απέτρεε ο Τζόνι. 
"Μα γιατί;", ρώτησε ο Τόνι.  

"Εδώ στη Σ Σχολή των Πόνι, ξέρεις τι έχεις. Ο κόσμος εκεί έξω είναι μεγάλος, κακός και επικίνδυνος", είπε πεπεισμένος ο Τζόνι. 

"Θα το διαπιστώσω αυτό μόνος μου", είπε ο Τόνι.  

Όλοι έμειναν σιωπηλοί. Ο Τζόνι γέλασε χλιμιντρίζοντας.  

"Καλά, καλά, είσαι πραγματικά γενναίος. Μήπως θέλεις και να πας να πολεμήσεις τον Ντράγκο τον δράκο;" τον περιγέλασε. 

Τα άλλα πόνι γέλασαν δυνατά. Όλοι ήξεραν ότι ο Ντράγκο ήταν το πιο τρομακτικό πλάσμα σε σε ολόκληρο τον κόσμο και ότι κανένας - ούτε ένας! - δεν είχε το θάρρος να τον πολεμήσει.  

Ο Τόνι πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε:  

"Ναι, αυτό ακριβώς πρόκειται να κάνωω". 

 

Έπειτα, ετοίμασε ένα σακίδιο και και ξεκίνησε για την αποστολή του. Είχε σκοπό να πολεμήσει τον τρομακτικό δράκο.  

 



Κεφάλαιο 2

Ο Τόνι έπρεπε να να παραδεχτεί ότι μάλλον δεν ήταν και η καλύτερη ιδέα να πάει να ψάξει για τον τρομακτικό δράκο. Αλλά οι υποσχέσεις πρέπει να τη τηρούνται. Ειδικά οι υποσχέσεις που δίνεις στον εαυτό σου. Έτσι, ο Τόνι πήγε να ανακαλύψει όλα όσα υπήρχαν να ανακαλύψει στη Μαγική Χώρα Πάνω Από Τα Σύνεφα.  

 

Ο Τόνι πέρασε μέσα από ένα δάσος. Ήταν σκοτεινό και λίγο τρομακτικό. Μετά από λίγο, έφτασε σε μια γέφυρα που διέσχιζε έναν ποταμό. Ο Τόνι ήταν έτοιμος να περάσει τη γέφυρα, όταν ξαφνικά ένας νίντζα πετάχτηκε μπροστά του.  

 

"Τι πας να κάνεις;", τον ρώτησε ο νίντζα. 

"Ήθελα απλώς να περάσω τη γέφυραρα", είπε ο Τόνι.  

"Δεν πάει έτσι. Είμαι ο φύλακας της γέφυραρας", είπε ο νίντζα με πολύ σοβαρό ύφος.  

"Αυτό ακούγεται συναρπαστικό. Αλλά τι σημαίνει αυτό;" ρώτησε ο Τόνι.  

"Σημαίνει ότι φυλάω τη γέφυρα. Και φροντίζω να μην τη διασχίζει ο καθένας", απάντησε ο νίντζα. 

Ο Τόνι το σκέφτηκε για λίγο. Δεν πίστευεε ότι ήταν ένας από τους "καθένας", αφού ήταν ο Τόνι το Πόνι που αναζητούσε περιπέτειες.  

"Καταλαβαίνω αλλά δεν μπορώ να μην προχωρήσω. Θα μου επιτρέψεις όμως να περάσω τη γέφυρα;", ρώτησε.  

Ο νίντζα έβγαλε έναν παράξενο ήχο από τη μύτη του, κάτι σαν φτέρνισμα, και είπεπε:  

"Δεν ξέρεις πολλά για τους φύλακες των γεφυρών, σωστά;". 

"Η αλήθεια είναι πως όχι", παραδέχτηκε ο Τόνι.  

"Βασικά είναι η πρώτη φορά που βγαίνω έξω από τη τη Σχολή των Πόνι, οπότε μάλλον υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν δεν ξέρωω". 

Ο νίντζα κούνησε το κεφάλι του.  

"Καλά, πρέπει να απαντήσεις σε μια ερώτηση για να σε αφήσω να διασχίσεις τη γέφυρα. Και μάλιστα σε μια δύσκολη ερώτηση! Μια πραγματικά δύσκολη ερώτηση!" 

"Ελπίζω να μπορέσω να απαντήσωω στην ερώτηση", είπε ο Τόνι.  

 

Ο Τόνι κοίταξε τον νίντζα και ο ο νίντζα κοίταξε τον Τόνι. Κανείς τους δεν είπε τίποτα για λίγο.  

"Λοιπόν, ποια είναι η η ερώτηση;". 

"Περίμενε, πρέπει να σκεφτώ μία! Δεν περνάει πολύ συχνά κόσμος από εδώ, οπότε έχω σκουριάσει κάπως", είπε ο νίντζα. 

Ο Τόνι κάθισε και περίμενε υπομονετικά.  

 

Ξαφνικά, ο νίντζα πετάχτηκε πάνω.  

"Εντάξει! Τη βρήκα. Είναι πραγματικά δύσκολη ερώτηση. Είσαι έτοτοιμος;" 

Ο Τόνι έγνεψε καταφατικά.  

"Ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα;". 

"Ω, αυτή είναι δύσκολη ερώτηση", είπε ο Τόνι. "Εσένα ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα, νίντζα;". 

"Το μαύρο, φυσικά!", απάντησε με σιγουριά ο νίντζα. 

"Λοιπόν, εμένα νομίζω ότι μου αρέσει περισσότερο το ροζ. Ή ... όχι, περίμενε. Το πορτοκαλί! Όχι, όχι ... το πράσινο. Ναι, το αγαπημένο μου χρώμα είναι το πράσινο". 

"Δεν μπορείς να αναφέρεις πολλά διαφορετικά χρώματα. Είμαι ο φύλακας της γέφυρας και απαιτώ μια ξεκάθαρη απάντηση". 

"Το πράσινο", είπε αποφασιστικά ο Τόνι. 

"Εντάξει, τότε. Τώρα μπορείς να περάσεις τη γέφφυρα", είπε ο ντζα. "Αλλά πού πηγαίνεις;". 

"Πάω να βρω και να πολεμήσω τον Ντράγκο τον δράκο", απάντησε ο Τόνι. 

Ο νίντζα χλώμιασε.  

"Αυτό είναι πολύ κακή ιδέα. Ο Ντράγκο είναι απίστευτα άγριος και βγάζει φωτιές από το στόμα του! Ίσως καλύτερα να μείνεις εδώ μαζί μου. Θα μπορούσαμε να ρίχνουμε αστέρια νίντζα και να κάνουμε πολλά άλλα πράγματα που κάνουν οι νίντζα". 

Ο Τόνι χαμογγέλασε και κούνησε το κεφάλι του.  

"Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, νίντζα, αλλά έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα βρω τον Ντράγκο τον δράκο, και αυτό πρέπει να κάνω. Αλλά ίσως να νανα συναντηθούμε ξανά αργότερα". 

 

Κεφάλαιο 3

Ο Τόνι πείνασεσε πολύ μετά την κουβέντα του με τον νίντζα, τον φύλακα της γέφυρας, και την απάντηση που έδωσε στην ερώτησή του έτσι αποφάσισε να φάει το φαγητό που είχε ετοιμάσει.  

 

Βρήκε ένα μέρος στο δάσος, όπου υπήρχαν δύο μεγάλοι βράχοι πάνω στους οποίους μπορούσε να καθίσει και οι οποίοι ζεσταίνονταν από το φως του ήλιου που περνοσεσε ανάμεσα από τις κουφές των δέντρων. Ο Τόνιι άνοιξε το πακέτο του και ήταν έτοιμος να φάει την πρώτη μπουκιά από το σάντουιτς του, όταν άκουσε κάποιο θόρυβο πίσω από έναν θάμνο.  

 

"Ψιτ!" 

Ο Τόνι κοίταξε τον θάμνο.  

"Ψιτ!" ακούστηκε ξανά.  

Ήταν πραγματικά παράξενο. Ο Τόνι σηκώθηκε και κοίταξε πίσω από τον θάμνο. Εκεί βρισκόταν η είσοδος μιας σπηλιάς και στο στο βάθος της σπηλιάς ο Τόνι μπορούσε να διακρίνει δύο αστραφτερά μάτια.  

"Ε... γεια σας;", είπε.  

Ο Τόνι δεν είχε ξαναδεί ποτέ τόσο παράξενα μάτια, ούτε είχε μιλήσει ποτέ ξανά με κάποιον που κρυβόταν σε σπηλιά, γι' αυτό δεν ήξερε τι άλλο να πει.  

"Γεια σου", ψιθύρισε η φωνή μέσα από τη σπηλιά.  

"Έχεις μαζί σου φαγητό;". 

"Ναι, φυσικά. Έλα έξω στο φως του ήλιου και μπορούμε να μοιραστούμε το φαγηητό μου", είπε ο Τόνι. Θα ήταν υπέροχο να έτρωγε με παρέα.  

Τότε τα μάτια πλησίασαν τον Τόνι και μπορούσε πλέον να δεινα χλωμό, αδύνατο βαμππίρ.  

"Δεν γίνεται. Είμαι βαμππίρ", είπε το βαμπίρ.  

"Αλήθεια;", είπε ο Τόνι.  

"Ναι, και και εμείς τα βαμπίρ δεν αντέχουμε το φως του ήλιου. Καθόλου. Γι' αυτό δεν μπορώ να να βγω έξω να ψάξω για φαγητό την ημέρα, και με φοβίζει κάπως το σκοτάδι, επομέν δεν μου αρέσει να βγαίνω έξω ούτε τη νύχτα".  

"Κακό αυτό. Θα πρέπει να είναι δύσκολα τα πράγματα για σένα. Αλλά αν κάτσεις εδώ στη σκιά κάτω από το δέντρο, μπορώ να κάτσω στον ήλιο δίπλα σου και να μοιραστούμε το φαγητό μου. "Έχω σάντουιτς, μανταρίνια και διάφορα άλλα τρόφιμα", είπε ο Τόνι.  

Κάθισαν και έφαγαν για λίγο.  

"Πάω να βρω και να πολεμήσω τον Ντράγκο τον δράκο. Μήπως ξέρεις προς τα πού πρέπει να κατευθυνθώ;", ρώτησε ο Τόνι.  

Το βαμππίρ παραλίγο να πνιγεί τρώγοντας μια μπανάνα.  

"Θέλεις να βρεις τον Ντράγκο; Ο Ντράγκο είναι απίστευτα άγριος, βγάζει φωτιές από το στόμα του και τρώει ανθρώπους και ζώα. Μείνε μακριά του!", τον συμβούλεψε το βαμπίρ. 

"Ναι, αυτό μου το έχουν πει. Αλλά εξακολουθώ να θέλω να βρω τον Ντράγκο", είπε ο Τόνι.  

"Καλά, τότε πρέπει να πας προς τα κει", είπε το βαμπίρ δείχνοντας πιο μέσα στο δάσος.  

"Ευχαριστώ πολύ. Ελπίζω να τα ξαναπούύμεμε", είπε ο Τόνι και σηκώθθηκε, πήρε το σακίδιό του και περπάτησε πιο βαθιά μέσα στο δάσος.  

 

Ο Τόνι δεν είχε φτάσει πολύ μακριά και ήδη είχε αρχίσει να εύχεται να είχε μείνει σπίτι, στην ασφάλεια της Σχολής των Πόνι. Σκοτείνιαζε όλο και περισσότερο και η ατμόσφαιρα γινόταν όλο και πιο ζοφερή. Ξαφνικά, άκουσε βραχνά, κακαριστά γέλια. Ακριβώς μπροστά του.... 



Κεφάλαιο 4

Ο Τόνι ανατρίχιασε σε όλη του τη σπονδυλική στήλη όταν άκουσε τα βραχνά, κακαριστά γέλια μέσα από από το σκοτεινό και ζοφερό δάσος. Και καθώς τα πόνι έχουν πολύ μακριά σπονδυλική στήληλη, ένιωσε πραγματικά να παγώνει.  

 

"Τι ήταν αυτό; Μήπως μπορώ ακόμα να γυρίσω πίσω;", σκέφτηκε ο Τόνι, αλλά προτού προλάβει να απαντήσει στην ερώτηση αυτή, εμφανίστηκε μπροστά του μια μάγισσα.  

Η μάγισσα κακάρισε πάλι δυνατά και βραχνά.  

"Δεν θα σε αφήσω να περάσεις από δω!", του είπεπε. 

"Μα...", ο Τόνι προσπάθησε να μιλήσει, αλλά η η μάγισσα τον διέκοψε προτού μπορέσει να συνεχίσει.  

"Όχι προτού μου δώσεις όλα σου τα υπάρχοντα!", είπε η μάγισσα. 

"Καλά, τότε, εντάξει", είπε ο Τόνι βγάζοντας το σακίδιό του.  

"Μα τι... τι κάνεις;", είπε η μάγισσα.  

"Σου δίνω όλα μου τα υπάρχοντα", αποκρίθηκε ο Τόνι. 

"Δεν πάει έτσι. Πρέπει να να διαμαρτυρηθείς και να να αρνηθείς και τότε θα σε απειλήσω ότι θα σε σε μετατρέψω σε πέτρα ή σε τρόμπα ποδηλάτου ή σε κάτι ακόμα πιο τρομακτικό!" 

"Ωχ...", αναφώνησε ο Τόνι.  

"Συγγνώμη, είναι η πρώτη φορά που επισκέπτομαι αυτό το δάσος και επίσης η πρώτη φορά που συναντώ μάγισσα. Γι' αυτό και δεν ξέρω πώς πρέπει να αντιδράσω. Αλλά αν πραγματικά χρειάζεσαι να πάρεις όλα μου τα υπάρχοντα, μπορείς να τα πάρεις. Δεν θέλω να μετατραπώ σε τρόμπα ποδηλάτου". 

 

Έτσι, ο Τόνι άρχισε να βγάζει αντικείμενα από το σακίδιό του. Το κασκόλ του, το σημειωματάριό του, το σπαθί του και πολλά άλλα αντικείμενα.  

"Ορίστε, πάρ' τα".  

Ο Τόνι πρόσφερε τα πράγματά του στη μάγισσα, αλλά εκείνη κούνησε το κεφάλι της τσαντισμένη.  

"Δεν τα θέλω καθόλου, αν αυτή είναι η στάση σου". 

Ο Τόνι σκέφτηκε ότι η μάγισσα ήταν κάπως παράξενηη. Αλλά μετά σήκωσε τους ώμους του και άρχισε πάλι να μαζεύει τα πράγματα στο σακίδιό του. Καθώς πάσχιζε να τα βάλει όλα μέσα, είπε:  

"Θα μπορούσες μήπως να να με βοηθήσεις; Πάω να βρω τον Ντράγκο τον δράκο για να τον πολεμήσω. Ελπίζω να ξέρεις ποιο δρόμο πρέππει να ακολουθήσω, επειδή εγώ δεν ξέρω". 

Η μάγισσα φάνηκε αρκετά ξαφνιασμένη και είπε:  

"Ο Ντράγκο είναι ένα τρομακτικό πλάσμα που βγγάζει φωτιές από το στόμα του, τρώει ανθρώπους και ζώα ΚΑΙ δεν του αρέσουν τα ανα αναψυκτικά! Δεν είναι τρομακτικό;".  

"Ναι, είναι πολύ τρομακτικό. Αλλά υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα τον βρω. Μπορείς, λοιπόν, να μου δείξεις τον δρόμο;", ρώτησε ο Τόνι.  

Η μάγισσα γέλασε κακαριστά και πάλι.  

"Ναι, μπορώ. Αλλά δεν θα θα το κάνω, επειδή δεν μου έδωσες όλα σου τα υπάρχοντα!" 
"Μα...", είπε ο Τόνι.  

"Δεν έχει μα και ξεμά. Δεν μου έδωσες όλα σου τα υπάρχοντα, γι' αυτό δεν θα σου δείξω τον δρόμομο". 

Η μάγισσα γέλασε κακαριστά και πάλι, έκανε μεταβολή και συνέχισε τον δρόμο της.  

 

Ο Τόνι αναστέναξε. Δεν μπο μρούσε να καταλάβει τι είχε κάνει λάθος. Ετοιμαζόταν να στριμώξει τα πράγματά του μέσα στο σακίδιό του για να μπορέσει να κλείσει το φερμουάρ, όταν παρατήρησε κάτι μέσα στο σακίδιο που δεν το είχε βάλει μέσα αυτός. Ήταν μια κλεψψύδρα και ένα γράμμα. Ο Τόνι άνοιξε το γράμμα. Ήταν από τον Τζόνι, το πιο γκρίζο πόνι, ο ο οποίος ήταν ο καλύτερος στον καλπασμό στη Σχολή των Πόνι.  

 

Το γράμμα έγραφε:  

"Προς τον Τόνι. Έμαθα ότι θέλεις να βγεις έξω και να ναερευνήσεις τη Μαγική Χώρα Πάνω Από Τα Σύννεφα. Όμως, η θέση σου είναι ανάμεσα στα πόνι και μπορείς ακόμα να επιστρέψεις σε εμάς. Αν επιστρέψεις στη Σχολή των Πόνι πριν τελειώσει η κλεψύδρα, μπορείς να λάβεις μέρος στην Παρέλαση των Πόνι, κατά την οποία θα αποφοιτήσουμε όλοι μας ως πλήρως εκπαιδευμένα πόνι. Αν δεν τα καταφέρεις να επιστρέψεις πριν τελειώσει η κλεψύδραρα, δεν θα μπορέσεις ποτέ ξανά να γίνεις μέλος της κοινότητας των πόνι". 

Ο Τόνι δίπλωσε το γράμμα, κοίίταξε την κλεψύδρα και αναστέναξε βαθιάά.

Κεφάλαιο 5

Ο Τόνι περπατούσε και περπατούσε και περπατούσε, ενώ παράλληλα σκεφτόταν τι θα θα έπρεπε να κάνει. Θα ήταν ευκολότερο να κάνει μεταβολή και να επιστρέψει στη Σχολή των Πόνι πριν από τη μεγάλη παρέλαση των Πόνι. Όμως, ο Τόνι ήθελε απεγνωσμένα να γνωρίσει περισσότερο τον κόσμο. Άλλωστε, είχε υποσχεθεί στον εαυτό του ότι θα θα έβρισκε τον Ντράγκο τον δράκο. Επομένως, έπρεπε να το κάνει. Και ΕΠΕΙΤΑ θα επέστρεφε γρήγορα στη Σχολή των Πόνι για την Παρέλαση των Πόνι, ώστε να μη χάσει όλους τους φίλους του.  

 

Ενώ ο Τόνι ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του, βγήκε από το σκοτεινό δάσος και έφτασε σε μια παραλία. Ξαφφνικά, ένας καουμπόι πετάχτηκε πίσω από έναν μεγάλο βράχο.  

"Γεια χαρά, φιλαράκο!" 

"Γεια χαράρά", ανταπέδωσε ο Τόνι. 

"Γιούχου, είμαι καουμππόι", είπε ο καουμπόι. 

"Ναι, το κατάλαβα από το καουμπόικο καπέλο, τις καουμπόικες μπότες και το σήμα του σερίφηη", είπε ο Τόνι.  

"Σωστά, φιλαράκοο". 

"Μπορείς να με βοηθήσεις;", ρώτησε ο Τόνι.  

"Πρέπει να βρω τον Ντράγκο τον δράκο και δεν ξέρω τον δρόμο. Ξέρεις πού μένει ο Ντράγκο;" 

Ο Ντράγκο είναι απίστευτα άγριος, βγάζει φωτιές από το στόμα του, τρώει αν ανθρώπους και ζώα ΚΑΙ δεν του αρέσουν τα αναψυκτικά. Είναι πολύ διαβολικός!"  

Ο Τόνι έγνεψε καταφατικά.  

"Ναι, το έχω ακούσει, αλλά εξακολουθώ να θέλω να τον βρω. Ξέρεις πού μένει; Σε παρακαλώ, πες μου, καθώς πρέπει να βιαστώ". 

"Αμέ, φυσικά και ξέρω πού μένει. Μπορώ όμως πρώτα να σου πω μια ιστορία; Λατρεύω τις ιστορίες!". 

 

"Ειλικρινά, δεν έχω χρόνο...", άρχισε να λέει ο Τόνι, αλλά ο καουμπόι συνέχισε: 

"Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, αλλά κάποτε διέσχισα όλη την Αμερική, επειδή είχα ερωτευτεί μια όμορφη χρυσοθήρα που είχε πάει στην Αλάσκα για να ψάξει για χρυσό. Έτσι, ήθελα κι εγώ να πάω στην Αλάσκα, αλλά το άλογό μου τραυματίστηκε μετά από μόλις δύο μέρες. Και τότε..."  

Ο Τόνι προσπάθησε να τον διακόψει αρκετές φορές, αλλά ο καουμπόι μιλούσε και μιλούσε και μιλούσε. Δεν υπήρχε τρόπος να τον σταματήσει. Επιτέλους, η ιστορία τελείωσε. Ο Τόνι ήταν αρκετά ανυπόμονος και καθάρισε το λαιμό του:  

"Τι ωραία ιστορία, αλλά μιλούσαμε για τον Ντράγκο τον δράκοο..." 

 

Ο καουμππόι διέκοψε τον Τόνι και πάλι.  

"Ναι, φυσικά, θα σου πω. Θα ήθελες όμως πρώτα να δεις τα πράγματά μου; Κοίτα, έχω μια λαστιχένια μπάλα, ένα ψαλίδι, ένα γιογιό, έναν κουβά..." 

Ο Τόνι προσπάθησε να σταματήσει τον καουμπόη, αλλά εκείνος συνέχισε να απαριθμεί όλα του τα πράγματα. Όταν τελικά σταμάτησε, ο Τόνι είπε γρήγορα: 

"Βιάζομαι πραγματικά πολύ, γι' αυτό θα μου πεις, σε παρακαλώ, προς τα πού να πού να πάω για να να βρω τον Ντράγκο;". 

"Ναι, βεβαίως, αλλά ας παίξουμε πρώτα ένα παιχνίδι. Έχω μαζί μου ντόμινο, γκρινιάρη, σκάκι, μια τράπουλα..." 

Ο καουμππόι συνέχισε να μιλάει. Ο Τόνι αναγκάστηκε να τον διακόψει, φωνάζοντας δυνατά: 
"Πρέπει πραγματικά να συνεχίσω!".  

 

Ο Τόνι κινήθηκε γρήγορα κατά μήκος της παραλίας Δεν ήξερε πού βρισκόταν ή πού πήγαινε, αλλά, όπως και να 'χε, ήταν καθ' οδόν.  

 

Μετά από λίγο, η παραλία έγινε έρημος. Μια μεγάλη, καυτή έρημος γεμάτη άμμο. Ο Τόνι σταμάτησε και κοίταξε γύρω του. Το μόνο που μπορούσε ναει δει ήταν άμμος. Και ακόμη περισσότερη άμμος. Μάλλον είχε χαθεί. Ξαφνικά, όμως, είδε κάτι στο βάθος. Τι ήταν αυτό εκεί πέρα στον ορίζοντα; Ένα... πειρατικό πλοίο; 

Κεφάλαιο 6

Ο Τόνι κατευθύνθηκε προς το πειρατικό πλοίο. Ήταν δύσκολο να περπατήσει στην άμμο και οι οπλές του είχαν βαρύνει πολύ. Άλλωστε, περπατούσε όλη μέρα. Πλησίαζε προς το πλοίο όταν ακούστηκε ένας μεγάλος κρότος και κάτι πολύ βαρύ έπεσε ακριβώς δίπλα του. Ήταν μια μπάλα κανονιιού! 

"Σταματήστε να να ρίχνετε, θέλω απλώς να σας ρωτήσω κάτι", φώναξε ο Τόνι, ελπίζοντας ότι κάποιος θα τον άκουγε. Μια βραχνή φωνή του απάντησε.